<


«Η ιστορία της Κύπρου δεν αρχίζει το 1571»: Αυτό μαθαίνουν πια τα παιδιά των Τ/κ

Υπερπηδώντας τα πνευματικά τείχη Τ/κ βιβλία ιστορίας: Ένα μικρό θαύμα ή μια ανεπαίσθητη αλλαγή;

Της Έφης Ιωάννου

Ένα μικρό θαύμα περιορισμένης ωστόσο εμβέλειας χαρακτηρίζουν ειδικοί τα νέα τουρκοκυπριακά βιβλία ιστορίας. Παράλληλα τονίζουν ότι ήρθε ο καιρός για ένα κοινό βιβλίο ιστορίας της Κύπρου γραμμένο από Ε/κ και Τ/κ που θα ενισχύσει τις προσπάθειες συμφιλίωσης και ειρηνικής συμβίωσης. «Είναι ανώφελο» επισημαίνουν «η κάθε κοινότητα να γράφει βιβλία με τίτλο ‘Ιστορία της Κύπρου’, τα οποία όμως στην ουσία να παρουσιάζουν μόνο την ιστορία της μιας κοινότητας». Την ίδια στιγμή που στην Ελλάδα το καινούργιο βιβλίο ιστορίας της Στ’ Δημοτικού επιδεχόταν τις τελευταίες αλλαγές, στην άλλη πλευρά του οδοφράγματος στην Κύπρο, τα τ/κ βιβλία ιστορίας περνούσαν περίοδο αξιολόγησης. Το επίμονο έργο ανέλαβε με τη χρηματοδότηση της UNDP το Ινστιτούτο Έρευνας Post, μια μη κυβερνητική οργάνωση στα κατεχόμενα. Συγκεκριμένα, μια ομάδα Τ/κ ειδικών ανέλαβε να συγκρίνει τα παλιά τ/κ βιβλία ιστορίας με τα καινούργια. Ο εκπρόσωπος του Ινστιτούτου Έρευνας Post Μουράτ Κανατλί μιλά στην «Αλήθεια» για τα συμπεράσματα της αξιολόγησης. «Σε σύγκριση με τα προηγούμενα βιβλία» επισημαίνει «και υπό τις συνθήκες τις οποίες υλοποιήθηκε η αλλαγή μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τα νέα βιβλία ως ένα μικρό θαύμα».

«Οι θετικές αλλαγές» Η αλήθεια είναι ότι τα νέα βιβλία ιστορίας των Τ/κ διαφέρουν πολύ από τα παλιά τόσο στην παρουσίαση όσο και στο περιεχόμενο. Η μεγαλύτερη αλλαγή σημειώθηκε στην ύλη. Τώρα πια τα παιδιά των Τ/κ αρχίζουν να μαθαίνουν για την ιστορία της Κύπρου από τα προϊστορικά χρόνια. Στα παλιά βιβλία, η αφήγηση ξεκινούσε από το 1571, ημερομηνία κατάκτησης της Κύπρου από τους Οθωμανούς. Ακόμη, τώρα γίνεται λόγος για την ανάδυση της Κύπρου από το βυθό, ενώ στο προηγούμενο βιβλίο η Κύπρος παρουσιαζόταν γεωγραφικά ως αναπόσπαστο κομμάτι της Μικράς Ασίας (άρα Τουρκίας). Ακόμη μια καινοτομία είναι η εισαγωγή τοπωνυμιών στην ελληνική και τουρκική γλώσσα. Στο χάρτη της Κύπρου στη σελίδα 4 του πρώτου τόμου, για παράδειγμα, ο οποίος δεν παρουσιάζεται διχοτομημένος, οι ονομασίες των τοποθεσιών γράφονται όπως προφέρονται και στις δυο γλώσσες π.χ. Pareklishia – Pareklışa, Petra tou Limnidi – Limnidi Kayalığı κτλ. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι η ύλη διανθίστηκε με πληροφορίες από την κοινωνική ιστορία του νησιού. Δεν περιορίζεται πια στις στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις. Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύονται κοινές ειρηνικές δραστηριότητες Ε/κ και Τ/κ. Στον τρίτο τόμο στη σελίδα 31 μια φωτογραφία δείχνει Τ/κ και Ε/κ να εργάζονται μαζί στα μεταλλεία της Λεύκας και στη σελίδα 46 παρουσιάζεται μια κυπριακή ομάδα στους κόλπους της οποίας το 1955 ήταν ενταγμένοι τόσο Ε/κ όσο και Τ/κ ποδοσφαιριστές. Τα βιβλία δεν κάνουν πια διάκριση ανάμεσα στο «εμείς» (Τούρκοι ή Τ/κ) και οι «άλλοι» (Έλληνες ή Ε/κ). Όπως εξηγεί ο Μ. Κανατλί η προσπάθεια ήταν να αναδειχθεί ευρύτερα η Κύπρος ως η κοινή πατρίδα Ε/κ και Τ/κ: «Τα νέα βιβλία αναφέρονται στην Κύπρο ως η χώρα μας, η δική μας πατρίδα, πριν από την ύπαρξη εθνικών κρατών όπως η Ελλάδα, η Τουρκία κτλ. Έως πρόσφατα τα ιστορικά βιβλία όριζαν ως δική μας χώρα - των ΤΚ δηλαδή - την Τουρκία. Σε αντίθεση, τα νέα βιβλία δημιουργούν μια νέα οπτική για την Κύπρο, μια κοινή πατρίδα για Ε/κ και Τ/κ, η οποία δεν είναι ούτε αποκλειστικά ελληνική, ούτε τουρκική. Δίνει ένα δυνατό μήνυμα ότι η Κύπρος είναι η πατρίδα μας και οι Ε/κ είναι οι συμπατριώτες μας». Σε ό,τι αφορά στην παρουσίαση, τα νέα βιβλία διανθίζονται στο μεγαλύτερο μέρος τους με παλιές φωτογραφίες, σκίτσα, γκραβούρες, σχεδιαγράμματα και γελοιογραφίες. Παρατηρείται δηλαδή μια ουσιαστική αλλαγή στην αισθητική του βιβλίου. Τα εκτεταμένα και δυσνόητα κείμενα του παρελθόντος παραλείπονται. Τα κείμενα είναι πια μικρότερα, περιεκτικά και το σημαντικότερο δεν δίνουν πάντα μια απόλυτη, συμβατική απάντηση. Η εικονογράφηση συχνά συνοδεύεται από ερωτήματα για συζήτηση π.χ. στο δεύτερο τόμο στη σελίδα 23 στο πλαίσιο ενός διαλόγου κατά την οθωμανική περίοδο υποβάλλεται η ερώτηση: «Γιατί ένας Χριστιανός πληρώνει διαφορετικό φόρο από ένα Μουσουλμάνο;». Εδώ, γίνεται μια συνειδητή προσπάθεια εισαγωγής νέας μεθοδολογίας και προσέγγισης της ιστορικής γνώσης. Ταυτόχρονα, η κυπριακή ιστορία δεν παρουσιάζεται αποκομμένη από το διεθνές γίγνεσθαι. Την ίδια στιγμή με τις εξελίξεις στην Κύπρο, γίνονται αναφορές σε συνθήκες και ιδεολογικά ρεύματα που επικρατούν σε άλλες χώρες. Για παράδειγμα, στον τρίτο τόμο στη σελίδα 12 έχει ενταχθεί μια φωτογραφία που δείχνει τη ζωή των ανθρώπων στην Αγγλία κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ρόλο της Αγγλία στις συγκρούσεις στην Κύπρο. Στον τρίτο τόμο στη σελίδα 59 ένα χέρι, το οποίο φέρει τη βρετανική σημαία στο μανίκι χωρίζει τους ανθρώπους στη μέση.

«Τα αρνητικά στοιχεία» Η αξιολόγηση ωστόσο των τ/κ βιβλίων ιστορίας έφερε στο φως της δημοσιότητας ορισμένα αρνητικά στοιχεία τόσο στο περιεχόμενο όσο στην αποτελεσματικότητά τους. Καταρχήν, όλα τα βιβλία παραθέτουν ακόμη τον εθνικό ύμνο της Τουρκίας, τη φωτογραφία και τις απόψεις του Κεμάλ Ατατούρκ στις πρώτες σελίδες τους. Επισημαίνεται, ως εκ τούτου, ότι αυτό το οποίο έχει γραφεί δεν είναι στην ουσία η ‘Ιστορία της Κύπρου’ αλλά η ‘Ιστορία της τ/κ κοινότητας’. Όπως εξηγεί ο Μ. Κανατλί: «Από την οθωμανική περίοδο κι έπειτα τα βιβλία παρουσιάζουν αυτό που θα αποκαλούσαμε τουρκοκυπριακή ιστορία. Η αναφορά, βλέπετε, στους Ε/κ γίνεται μόνο εάν αυτό είναι αναγκαίο, αν έρθουν δηλαδή σ’ επαφή με τους Τ/κ. Αυτό είναι ένα σημείο αδυναμίας του βιβλίου». Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι δεν γίνεται καθόλου αναφορά σε άλλες κοινότητες στην Κύπρο όπως οι Αρμένιοι, οι Μαρωνίτες και οι Λατίνοι. Στα αρνητικά των τ/κ βιβλίων ιστορίας εντοπίζεται και η απουσία της ε/κ ερμηνείας και προσέγγισης των γεγονότων. Η ερμηνεία των Ε/κ είναι σαφώς διαφορετική από αυτήν των Τ/κ ιδιαιτέρως σε ό,τι αφορά στη σύγχρονη εποχή. Τα τ/κ βιβλία, για παράδειγμα, αναφέρονται στον πόλεμο του 1974 αποκλειστικά σαν «ειρηνική επέμβαση», ενώ είναι πασιφανές ότι για την ε/κ κοινότητα είναι τουρκική εισβολή. Από την αξιολόγηση φάνηκε ότι οι ίδιοι οι Τ/κ εκπαιδευτικοί δυσκολεύονται να τα χρησιμοποιήσουν. Όπως επισημαίνουν, αδυνατούν να τα διδάξουν γιατί οι ίδιοι δεν έτυχαν προηγουμένως της απαραίτητης επιμόρφωσης. Επιπλέον, δεν προετοιμάστηκε πρόσθετο υλικό για το δάσκαλο που θα βοηθούσε να τα προσεγγίσει σωστά. Έτσι, η παραδοσιακή διδασκαλία που ήθελε το δάσκαλο να υπαγορεύει και τους μαθητές να ακούν παθητικά συνεχίζεται. Εξάλλου, αριθμός εκπαιδευτικών εξακολουθεί να υιοθετεί ακραίες εθνικιστικές απόψεις σε ό,τι αφορά στην ιστορία της Κύπρου. Ως αποτέλεσμα, το κλίμα στα σχολεία δεν έχει αλλάξει ριζικά. Η κατάσταση επιδεινώνεται και από το γεγονός ότι η κυπριακή ιστορία εξακολουθεί να διδάσκεται μόλις μια περίοδο την εβδομάδα. Δεδομένης της εκτεταμένης ύλης, οι Τ/κ εκπαιδευτικοί αδυνατούν να την καλύψουν και καταφεύγουν στην επιλεκτική διδασκαλία. Επιλέγουν, δηλαδή, θεματικές ενότητες που γνωρίζουν και δίδασκαν ανέκαθεν με αποτέλεσμα σημαντικά καινούργια ζητήματα να παραγνωρίζονται.

«Κοινά βιβλία ιστορίας» Όλες αυτές οι επισημάνσεις, καταλήγει η αξιολόγηση, οδηγούν σε ένα ευρύτερο συμπέρασμα, ότι η αλλαγή δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η επίδρασή της εξακολουθεί να είναι περιορισμένη, αφού δεν άλλαξε ούτε η διδακτική νοοτροπία ούτε το κλίμα στα σχολεία. Ενώπιον όλων αυτών, η επιτροπή αξιολόγησης προτείνει την επιμόρφωση των τ/κ εκπαιδευτικών για να εξοικειωθούν με τη νέα μεθοδολογία με μια σειρά σεμιναρίων, τα οποία θα αντλούν παραδείγματα από το διεθνή χώρο. Επισημαίνει, επίσης, την αναγκαιότητα συγγραφής βιβλίου για τους δασκάλους, αλλά και πρόσθετου ιστορικού υλικού. Η σημαντικότερη, ωστόσο, επισήμανση αφορά στο γεγονός ότι για μια ειρηνική Κύπρο της συνύπαρξης και της συμφιλίωσης επείγει η συγγραφή κοινού βιβλίου ιστορίας από Ε/κ και Τ/κ συγγραφείς. «Αυτό που πρέπει πια να επιδιώξουμε» λέει ο Μ. Κανατλί «είναι να αρχίσουμε τη συζήτηση για ένα κοινό βιβλίο ιστορίας Ε/κ και Τ/κ. Χρειαζόμαστε όλους τους Κύπριους εκπαιδευτικούς να πουν την άποψή τους, να γράψουν τις σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους για το ’63 για το ’74 και να υπάρξει μια σύμμειξη απόψεων. Σε άλλη περίπτωση, δεν μπορεί κάθε κοινότητα να συνεχίζει να αλλάζει μόνο τα δικά της βιβλία και να αναφέρεται μόνο στη δική της ιστορία. Αυτό, σε τελική ανάλυση, δεν θα είναι προς όφελος κανενός».